επιγέννημα

το (AM ἐπιγέννημα) [επιγεννώ]
1. αυτό που γίνεται ή αναπτύσσεται επάνω σε κάτι
2. αυτό που γίνεται μετά από κάτι («τὸ δὲ ᾠὸν ἐπιγέννημα εἶναι... μετὰ τροφὴν και πέψιν», Πλούτ.)
αρχ.
1. το επίχρισμα τής γλώσσας
2. μεταγενέστερο σύμπτωμα νόσου
3. (φιλοσ.) αποτέλεσμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιγέννημα — το, ατος 1. ό,τι γεννιέται ή αναπτύσσεται πάνω σε κάτι. 2. αυτό που συμβαίνει ύστερα από κάτι άλλο, επακολούθημα, συνέπεια, απόρροια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Stoïker — Stoïker, der Gesammtname einer griechischen Philosophenschule, welchen sie von der Stoa, einer offenen Säulenhalle in Athen, erhielt, in welcher ihr Stifter, Zeno (s.d.) aus Kition, zu lehren pflegte. Der Lehrbegriff dieser Schule wurde von Zeno… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • επιγεννηματικός — ἐπιγεννηματικός, ή, όν (AM) [επιγέννημα] 1. αυτός που έχει παραχθεί ή δημιουργηθεί αργότερα από κάποιον άλλο 2. εκείνος που έρχεται ως συνέπεια, ως αποτέλεσμα …   Dictionary of Greek

  • μετάφυτο — το (Α μετάφυτον) νεοελλ. φυτό το οποίο αποτελείται από πολλά κύτταρα οργανωμένα σε διαφοροποιημένους ιστούς αρχ. αυτό που αναπτύσσεται πάνω σε κάτι άλλο, επιγέννημα, μόσχευμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. ενός αμάρτυρου επιθ. *μετάφυτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.